αρχικηΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΤα χάμπουργκερ, η μεγάλη πλημμύρα και η απόρριψη από τους επενδυτές: Η ιστορία του ανθρώπου πίσω από τη Whole Foods

Τα χάμπουργκερ, η μεγάλη πλημμύρα και η απόρριψη από τους επενδυτές: Η ιστορία του ανθρώπου πίσω από τη Whole Foods

Η Whole Foods τράβηξε την Παρασκευή όλα τα βλέμματα πάνω της. Αφού η Amazon την εξαγόρασε προς 13,7 δισ. δολάρια, με την είδηση να κάνει τον γύρο του κόσμου. Πρόκειται μάλιστα για την μεγαλύτερη εξαγορά στην ιστορία του τεχνολογικού γίγαντα. Ο μόνος συνιδρυτής που υπάρχει ακόμα στην Whole Foods (και εκτελεί χρέη CEO), είναι ο John Mackey. Ο οποίος μάλιστα, από τη συγκεκριμένη εξαγορά θα λάβει… μόλις 8 εκατ. δολάρια. Ποσό πολύ μικρό, αν σκεφτούμε το συνολικό ύψος της εξαγοράς. Ο ίδιος διαθέτει 980.000 μετοχές της εταιρίας, κάθε μια από τις οποίες κοστίζει 42 δολάρια.

Πως όμως έφτασε αυτός ο άνθρωπος να δημιουργήσει τη Whole Foods και να την μετατρέψει σε έναν κολοσσό που πουλά υγιεινά τρόφιμα χωρίς συντηρητικά; Κι όμως, ο 63χρονος σήμερα Mackey, κάποτε ζούσε πίνοντας κακάο για πρωινό, τρώγοντας χάμπουργκερ για μεσημεριανό και συσκευασμένα μακαρόνια με τυρί για βραδινό. Όχι και τόσο υγιεινά δηλαδή.

Όλα άρχισαν να αλλάζουν στα 23 του χρόνια, όταν ο ίδιος μπήκε σε μια μικρή χορτοφαγική συνεταιριστική ομάδα. Αμέσως γοητεύτηκε από την υγιεινή διατροφή και αγόρασε την ομάδα. Λίγο πριν, είχε εγκαταλείψει το πανεπιστήμιο, αφού έβρισκε τα μαθήματα που γίνονταν στις τάξεις βαρετές.

Χωρίς να έχει πτυχίο στα χέρια του, ο νεαρός Mackey αποφάσισε μαζί με την τότε κοπέλα του, Renee Lawson Hardy, να ανοίξουν ένα κατάστημα που θα πουλά υγιεινά τρόφιμα στο Ώστιν των ΗΠΑ. Κατάφεραν να μαζέψουν 45.000 δολάρια και το 1978, άνοιξαν το κατάστημα στον πρώτο όροφο ενός παλιού σπιτιού στο Ώστιν με ένα καφενείο στον δεύτερο όροφο. Το ζευγάρι ζούσε στον τρίτο όροφο. Το κατάστημα ονομάστηκε SaferWay, δεν πωλούσε κρέας ή τροφές με ζάχαρη και εξυπηρετούσε πρωτίστως τους χίπηδες της περιοχής.

Όπως σημειώνει το CNBC, δύο χρόνια αργότερα, ο Mackey και η Hardy πλησίασαν ένα άλλο τοπικό παντοπωλείο, το Clarksville Natural Grocery, το οποίο ανήκε στους Craig Weller και Mark Skiles. Στόχος; Να ενώσουν τις δυνάμεις τους. Οι τέσσερις συνεργάστηκαν για να ανοίξουν το πρώτο Whole Foods Market το 1980. Σε μια προσπάθεια να διευρυνθεί η πελατεία, άρχισαν να πωλούν επίσης κρέας, μπύρα και κρασί. Από την πρώτη ημέρα που άνοιξε το Whole Foods Market, έκανε επιτυχία.

«Οι άνθρωποι ήταν ενθουσιασμένοι με αυτό το πρώτο κατάστημα. Ήταν εκπληκτικό ότι δεν κάναμε διαφήμιση. Απλά ανοίξαμε τις πόρτες», θυμάται ο John Mackey.

Η επιτυχία όμως, δεν απέτρεψε τα σοβαρά προβλήματα. Όταν ο νεαρός επιχειρηματίας έψαχνε χώρο για να στεγάσει το πρώτο κατάστημα της φίρμας, και κατέληξε τελικά στον συγκεκριμένο χώρο στο Ώστιν, ο ιδιοκτήτης τον προειδοποίησε ότι βρίσκεται σε μια «ζώνη πλημμύρας 100 ετών». Κάτι που με απλά λόγια σημαίνει ότι μια φορά στα 100 χρόνια η περιοχή πλημμυρίζει. Ο Mackey, ενθουσιώδης, νέος και πρόθυμος να αναπτυχθεί, δεν το σκέφτηκε πολύ και μίσθωσε το κατάστημα. Ήταν πρόθυμος να αναλάβει τον κίνδυνο.

Το ρίσκο δεν βγήκε. Την άνοιξη του ’81 η πλημμύρα ήρθε. Το κατάστημα πλημμύρισε ολοσχερώς, τα αποθέματα καταστράφηκαν και ληστές άρπαξαν ότι είχε απομείνει. Α, και δεν είχαν ούτε ασφάλεια πλημμυρών σαν επιχείρηση. Οι ιδρυτές έφτασαν κοντά στο λουκέτο. Για να φτιαχτεί πάλι το κατάστημα χρειάζονταν πάρα πολλά χρήματα.

Η απρόσμενη λύση ήρθε από την κοινότητα του Ώστιν. Οι πελάτες έσπευσαν να βοηθήσουν στον καθαρισμό, οι επενδυτές έβαλαν περισσότερα χρήματα, οι τράπεζες έγιναν πιο ελαστικές και οι εργαζόμενοι του καταστήματος εργάστηκαν δωρεάν για να ορθοποδήσει η επιχείρηση.

«Ήμασταν πραγματικά ενωμένοι γύρω από αυτή την εμπειρία που μας έφτασε κοντά στον επιχειρηματικό θάνατο», λέει ο Mackey.

Το κατάστημα άνοιξε πάλι. Και ο νεαρός ιδρυτής ήταν αποφασισμένος να επεκταθεί. Να ανοίξει κι άλλο σημείο πώλησης. Ήξερε, ότι δεν μπορούσε να τοποθετήσει πάλι… όλα τα αβγά μέσα σε ένα καλάθι που επιπλέει σε έναν ποταμό. Το 1988 ο ίδιος πλησιάζει επενδυτές, για να τον χρηματοδοτήσουν. Εισπράττει απορρίψεις. Οι επενδυτές θεωρούν ότι αυτό που κάνει, είναι κάτι πολύ εξειδικευμένο και δεν θα έχει μαζική επιτυχία. Ένας επενδυτής του είπε μάλιστα, ότι οι μόνοι που αγοράζουν από τη Whole Foods είναι οι Χίπηδες- άρα πρόκειται για μια πολύ μικρή αγορά. Δέκα χρόνια αργότερα, ο ίδιος επενδυτής δήλωσε στον Mackey, ότι η μη επένδυση του στο brand, είναι η χειρότερη απόφαση που έχει λάβει στη ζωή του.

Πάντως, ο νεαρός επιχειρηματίας, σε εκείνη τη φάση κατάφερε να βρει χρήματα. Πούλησε το 34% της εταιρίας για 8,5 εκατ. δολάρια. Το 1992 η εταιρία κάνει τη Δημόσια Εγγραφή της (IPO) και αντλεί 28 εκατ. δολάρια. Με τη συνολική αξία της εταιρία να φτάνει τα 100 εκατ. δολάρια.

Κάπως έτσι, η εταιρία κατάφερε να εξαπλωθεί σε όλη τη χώρα. Τη στιγμή που η υγιεινή διατροφή έβρισκε όλο και περισσότερους οπαδούς. Το 2016, υπήρχαν περισσότερα από 460 καταστήματα στις Ηνωμένες Πολιτείες, η εταιρεία έκανε 16 δισεκατομμύρια δολάρια σε πωλήσεις και είχε 87.000 υπαλλήλους, σύμφωνα με πρόσφατη δημοσιοποίηση των οικονομικών στοιχείων. Φυσικά, αυτή η ανάπτυξη δεν ήρθε χωρίς αμφισβήτηση. Το 2015, το brand βρέθηκε στο στόχαστρο για τη συστηματική υπερβολική ζύγιση και υπερφόρτιση ορισμένων ειδών διατροφής. Η Whole Foods αρνήθηκε ότι αυτά τα λάθη ήταν κάτι άλλο πέρα από ακούσια λάθη.

Ο ίδιος σήμερα ζει ακόμα στο Ώστιν. Και συχνά, περνά με το αυτοκίνητο από την περιοχή που κάποτε άνοιξε το πρώτο κατάστημα της Whole Foods. Σήμερα εκεί λειτουργεί ένα σχολείο. Σκέφτεται το παρελθόν αλλά κατανοεί επίσης ότι επιχειρηματικότητα σημαίνει εξέλιξη.

«Η οικοδόμηση μιας επιχείρησης, μοιάζει λίγο με το να έχουμε παιδιά και να τα βλέπουμε να μεγαλώνουν. Είναι σημαντικό να υπάρχει ένας καλός ιδρυτής και επιχειρηματίας. Αλλά οι μεγάλες επιχειρήσεις συνεχίζουν να ζουν ακόμα και μετά την απομάκρυνση του ιδρυτή. Πιστεύω ότι η Whole Foods είναι σε αυτό τον δρόμο», καταλήγει.

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΧΟΛΙΑ

Αφήστε ένα σχόλιο

twelve − four =