αρχικηΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΤα 9.000 μόρια στις πανελλήνιες, οι αποτυχίες και η ζαριά με το It’s Possible | Του Γιάννη Μπελεγρίνη

Τα 9.000 μόρια στις πανελλήνιες, οι αποτυχίες και η ζαριά με το It’s Possible | Του Γιάννη Μπελεγρίνη

Νομίζω ότι κάθε χρόνο τέτοιο καιρό, μόλις βγαίνουν τα αποτελέσματα των πανελληνίων, οι περισσότεροι από εμάς σκεφτόμαστε αυθόρμητα: «Τι στο καλό έκανα εγώ τότε;» Και δεν σκέφτεσαι μόνο τον τελικό βαθμό. Σκέφτεσαι όλο το κλίμα εκείνων των ημερών. Βλέποντας τα πράγματα από απόσταση κάποιων ετών, πιθανότατα καταλήγεις στο συμπέρασμα ότι εκείνο το «νταβαντούρι» μάλλον δεν άξιζε τόσο τον κόπο. Σίγουρα πάντως δεν ήταν θέμα «ζωής ή θανάτου» όπως ενδεχομένως πίστευες όταν το ζούσες σε live χρόνο.

Εγώ έδωσα πανελλήνιες το 2008. Έβγαλα λίγο πάνω από 9.000 μόρια. Πανωλεθρία, που θα έλεγε και ένας γνωστός φοιτητής. Φυσικά σε αυτό δεν μου έφταιγαν ούτε οι καθηγητές μου, ούτε η κακή τύχη (ναι, κάθε χρόνο πέφτουν «τα πιο δύσκολα»), ούτε το εκπαιδευτικό σύστημα- αυτό είναι μια άλλη μεγάλη συζήτηση. Όταν για 3 χρόνια, αυτό που κάνεις τον περισσότερο χρόνο είναι να παίζεις ποδόσφαιρο, μπάσκετ, βιντεοπαιχνίδια και να πηγαίνεις βόλτες, μάλλον δεν θα γράψεις καλά στις πανελλήνιες. Θαύματα δεν γίνονται εύκολα στις ημέρες μας.

Έτσι λοιπόν βρέθηκα το καλοκαίρι του 2008, να αναρωτιέμαι: «Και τώρα τι κάνουμε;». Οκ λέω, ότι έγινε- έγινε. Τώρα δύο είναι οι επιλογές: Πρώτον, ξανά δίνεις πανελλήνιες. Αλλά είσαι διατεθειμένος να κάτσεις να διαβάσεις σοβαρά; Μάλλον όχι. Οπότε πάμε στην δεύτερη βασική επιλογή: Επιλέγουμε μια ιδιωτική σχολή, και από το ερχόμενο κιόλας φθινόπωρο πάμε προς τα εμπρός- χωρίς να χάσουμε χρόνο. Δημοσιογραφία ήταν η ειδικότητα που ήθελα έτσι κι αλλιώς, οπότε επέλεξα την Νο1 επιλογή μου.

Η δική μου φουρνιά έπεσε και σε μια ιδιαίτερη στιγμή για την Ελλάδα γενικότερα. Σκεφτείτε το: Με άλλα δεδομένα μπήκαμε στην σχολή το 2008, με εντελώς άλλα δεδομένα βγήκαμε το 2010. Από εκείνη την φουρνιά της σχολής μου, στην ίδια ειδικότητα, βγήκαν περίπου 180 άτομα. Σήμερα βρίσκονται στο επάγγελμα οι 4-5. Μπορεί να λέω και πολλούς. Αυτό στο στοιχείο θα μας χρησιμέψει όμως στην συνέχεια της συζήτησης.

Κάπου εκεί ξεκίνησε για εμένα μια δημοσιογραφική διαδρομή με αρκετά «πάνω» και «κάτω». Πριν τελειώσω το πρώτο έτος σπουδών, ξεκινάω πρακτική. Στον Alpha, στην πρωινή εκπομπή του Γιώργου Αυτιά που ήταν τότε στο συγκεκριμένο κανάλι. Θυμάμαι όταν πήρα τηλέφωνο και έλαβα την απάντηση: «Ναι μπορείς να έρθεις από μεθαύριο το πρωί, αλλά 6:00 πρέπει να είσαι εδώ». «Το πρωί;» ρώτησα. Ναι, ήταν το πρωί. Δεν γίνεται, λέω, να μην πας. Έτσι ξεκίνησα να πηγαίνω αρκετά πρωινά εκεί, παράλληλα με την σχολή. Δύσκολο ωράριο. Αλλά σκεφτείτε πόσο «μαγικό» έμοιαζε για έναν «μικρό» 19 ετών, να μπαίνει για πρώτη φορά μέσα σε τηλεοπτικό στούντιο.

Η πρακτική αυτή ολοκληρώνεται, και κάπου στα μέσα του δεύτερου έτους σπουδών, έρχεται η δεύτερη ευκαιρία: Η σχολή μου με στέλνει, μαζί με κάποιους άλλους σπουδαστές, στην εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος». Πάλι ξεκινώντας ως «πρακτικάριος». Τελικά θα μείνω εκεί περίπου 1μισι χρόνο- αρκετό διάστημα δηλαδή μετά το τέλος της πρακτικής.

Δεν μπορώ να ξεχάσω την πρώτη φορά που δημοσιεύτηκε άρθρο με το όνομα μου. Οι συντάκτες της εφημερίδας παίρνουν δωρεάν, κάθε ημέρα, το έντυπο από τα γραφεία της εφημερίδας. Εγώ όμως δεν μπορούσα να περιμένω ως το μεσημέρι που θα πήγαινα στα γραφεία. Έτσι πήγα εκείνη την ημέρα, το πρωί, και αγόρασα την εφημερίδα από το περίπτερο.

Έρχεται η στιγμή να πάω στρατό. Σταματάω από την εφημερίδα, πάω στρατό, τελειώνω το καλοκαίρι του 2012, αλλά τότε η οικονομική κρίση ήταν ακόμα πιο έντονη. Η εφημερίδα όχι μόνο δεν έκανε προσλήψεις, αλλά έκανε απολύσεις. Η απάντηση που έλαβα λίγο- πολύ ξεκάθαρη: «Δεν έχουμε κάτι για εσένα αυτή τη στιγμή».

«Και τώρα τι κάνουμε;» λέω. Ξεκινάω να στέλνω βιογραφικά. Τελικά μετά από ψάξιμο θυμάμαι ότι είχα βρει κάποιες δουλειές σε μικρομεσαία sites. Μετά από ένα μικρό «γυρολόγημα», φτάνουμε στο καλοκαίρι του 2013. Εκεί με ένα πρόγραμμα Voucher, χρηματοδοτούμενο από ΕΣΠΑ, καταλήγω στον Όμιλο του ANT1. Αν θυμάμαι καλά, ήταν το πρώτο Voucher που είχε γίνει στην Ελλάδα, και όλες οι διαδικασίες έτρεχαν λίγο «στο περίπου». Το πρόγραμμα ολοκληρώνεται μετά από περίπου 6 μήνες, ο ANT1 αποφασίζει ότι δεν θέλει να με προσλάβει ως «κανονικό εργαζόμενο» (το ίδιο έγινε και με τα άλλα άτομα που είχαμε πάει εκεί), και κάπως έτσι το ερώτημα επέστρεψε πάλι: «Και τώρα τι κάνουμε;». Ναι, καλά κατάλαβες, το έχω πει αρκετές φορές αυτό στην μέχρι τώρα διαδρομή.

Ξανά ψάξιμο. Ξανά βιογραφικά. Πάλι βρίσκω κάποιες δουλειές σε μικρομεσαία sites. Αυτή τη φορά πιο προσανατολισμένα στο business πεδίο.

Φτάνουμε λίγο πριν τον Νοέμβριο του 2014. Τότε διαβάζω ότι η Huffington Post θα έρθει στην Ελλάδα. Μόλις ανοίγουν οι αιτήσεις για τα βιογραφικά, στέλνω και εγώ. Αν και πίστευα ότι δεν θα με πάρουν καν τηλέφωνο. Τελικά το τηλέφωνο χτύπησε, και πήγα για συνέντευξη. Θυμάμαι μάλιστα ότι σε εκείνη την πρώτη συνέντευξη είχα περιμένει περίπου 2 ώρες μέχρι να με δεχτούν στο δωμάτιο της συνέντευξης, γιατί είχαν «άλλες έκτακτες δουλειές». Αλλά, λέω, αφού ήρθες μέχρι εδω δεν μπορείς αν φύγεις έτσι. Θα περιμένεις μέχρι αύριο το πρωί να χρειαστεί. Τελικά η συνέντευξη έγινε, μετά από λίγες ημέρες έγινε και δεύτερη και προσλήφθηκα.

Ένας μεγάλος στόχος είχε επιτευχθεί. Μάλιστα, παρά τον όγκο δουλειάς, τα πράγματα έδειχναν να πηγαίνουν εξαιρετικά. Θυμάμαι ότι αρκετά από τα άρθρα μου τότε, ήταν πρώτα σε επισκεψιμότητα την ημέρα δημοσίευσης τους. Τελικά όμως εκείνη η συνεργασία δεν έληξε με τον καλύτερο τρόπο, αφού η τότε διεύθυνση του site αποφάσισε ξαφνικά ότι θα πρέπει να συμβάλω… και στο κομμάτι του μάρκετινγκ (έχω αναλύσει σε παλαιότερο άρθρο τι ακριβώς έγινε). Παίρνω την (δύσκολη) απόφαση να αποχωρήσω. Χωρίς να υπάρχει έτοιμο Plan B. Μετά το γνωστό: «Και τώρα τι κάνουμε;».

Μένω άνεργος για λίγους μήνες, ενώ στέλνω βιογραφικά. Τελικά μου απαντούν από το 7imeres.gr (πλέον το site έχει κλείσει). «Θέλουμε ένα άτομο για το καλοκαίρι, αλλά ίσως να μείνεις και μετά», μου είπαν. «Ναι, έρχομαι», λέω. Το καλοκαίρι εκείνο περνά, μένω μερικούς μήνες παραπίσω, αλλά ήρθε αυτό που λίγο- πολύ είχε φανεί από την αρχή. «ΟΚ, δεν σε χρειαζόμαστε άλλο» μου είπαν, και έπρεπε πάλι να ψάξω αλλού για επαγγελματική στέγη.

Την βρήκα μετά από λίγο. Athensmagazine.gr. Και τι σχέση έχει αυτό με ειδησεογραφία, επιχειρηματικότητες και startups, θα πει κάποιος. Καμία σχέση. Απλά κάποιες φορές πρέπει να δοκιμάσεις να συμβιβαστείς. Η ιστορία έχει δείξει όμως, πως όταν συμβιβάζεσαι με πολύ λιγότερα από αυτά που θες, το αποτέλεσμα μάλλον δεν θα είναι καλό για εσένα. Στο συγκεκριμένο site προσλήφθηκα έχοντας ένα αρκετά καλό βιογραφικό πλέον στα χέρια μου. Το αποτέλεσμα δεν ήταν όμως το αναμενόμενο. Από την μια εγώ ήμουν μάλλον απρόθυμος να προσαρμοστώ στα δεδομένα του συγκεκριμένου Μέσου, από την άλλη το Μέσο ήταν απρόθυμο να έρθει κοντά στα δικά μου δεδομένα (πρότεινα π.χ. θέματα που απορρίπτονταν). Στο ζουμί της υπόθεσης: Πρόσληψη με σύμβαση 3 μηνών, και τελικά η ιδιοκτησία αποφασίζει να «σπάσει» την σύμβαση στον 1μισι μήνα και να με απολύσει. Δίνοντας μου φυσικά την προβλεπόμενη αποζημίωση.

«Και τώρα τι κάνουμε;». Αυτή τη φορά ίσως πιο έντονο από ποτέ. Δύο αποτυχημένες συνεργασίες back-2- back.

Την ίδια στιγμή οι ανοιχτές δημοσιογραφικές θέσεις εργασίας ήταν περιορισμένες. Και το κυριότερο: Ήταν ακόμα πιο περιορισμένες οι καλές δημοσιογραφικές θέσεις εργασίας. Μετά από όλα αυτά, δεν είχε μάλλον νόημα να συνεχίσω πάλι να «γυρνάω» σε μικρομεσαία sites, με μετριο-κακό μισθό και μηδαμινές προοπτικές εξέλιξης.

Τότε λέω «οκ, θα ρίξω την ζαριά». Εκείνη η ζαριά που είχα στο μυαλό μου, είναι το site που διαβάζεις αυτή τη στιγμή. Ήταν η σωστή στιγμή (σ.σ. η σωστή στιγμή είναι πάντα «τώρα») για να ξεκινήσω ένα site και να λειτουργήσει με τα δικά μου δεδομένα. Καλά, κακά ή μέτρια. Αλλά με τα δικά μου δεδομένα.

Τότε οι πιθανότητες έδειχναν ότι η προσπάθεια μάλλον θα αποτύχει. Όπως έχω πει και σε παλαιότερα άρθρα, οι περισσότεροι άνθρωποι του χώρου απορούσαν για ποιον λόγο να φτιάξω ένα site «για 3.000 άτομα, αφού τόσα ασχολούνται με την καινοτόμο επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα». Χωρίς μεγάλο μπάτζετ, χωρίς ομάδα, χωρίς γραφεία. Ξεκινώντας από ένα δωμάτιο σπιτιού στην Καλλιθέα.

Φυσικά υπήρχαν και αυτοί που το είδαν πιο θετικά. Λέγοντας μου: «Κάντο, και τι έχεις να χάσεις; Μπορεί να πετύχει». Αυτοί όντως μου έδωσαν μια σημαντική ώθηση.

Το It’s Possible ξεκίνησε τελικά τον Σεπτέμβριο του 2016, και σήμερα έχει κατά μ.ο. 100.000 μοναδικούς αναγνώστες κάθε μήνα. Και φυσικά υπάρχει επιχείρηση πίσω από αυτό. Είναι ένα κανονικό business project.

Δες πόσο διαφορετικά κατέληξαν τα πράγματα. Ένα μάλλον απρόσμενο αποτέλεσμα, αν σκεφτείς εκείνες τις πανελλήνιες του 2008. Οι οποίες τελικά δεν έπαιξαν κανέναν ουσιαστικό ρόλο. Μερικά γρήγορα μαθήματα από το story αυτό:

-> Δεν υπάρχει μια «σωστή διαδρομή» ίδια για όλους.

-> Δεν χρειάζεται να είσαι ο πιο ταλαντούχος στην αρχή, αρκεί να επιμείνεις και να φτάσεις ως το τέλος της διαδρομής (θυμήσου πόσοι αποφοίτησαν από εκείνη την σχολή δημοσιογραφίας το 2010).

-> Όποια διαδρομή κι αν επιλέξεις, θα έχεις «πάνω» και «κάτω».

-> Δεν μπορούν όλοι να καταλάβουν τα πλάνα σου. Είναι καλύτερο να τα μοιράζεσαι με ανθρώπους που μπορούν να τα καταλάβουν. Ανεξάρτητα από το αν θα συμφωνήσουν μαζί σου ή όχι.

-> Όταν συμβιβάζεσαι με κάτι πολύ λιγότερο από αυτό που θες, το αποτέλεσμα μάλλον δεν θα είναι καλό.

-> Αν θέλεις να πετύχεις έναν σπουδαίο στόχο, αργά ή γρήγορα θα χρειαστεί να ρίξεις την ζαριά.

-> Πριν ρίξεις την ζαριά, είναι καλό να έχεις έτοιμο και ένα Plan B, για την περίπτωση που τα πράγματα δεν πάνε καλά. Αν δεν έχεις έτοιμο Plan B, απλά ρίξε την ζαριά.

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΧΟΛΙΑ

Αφήστε ένα σχόλιο

five × five =