αρχικηΟΙΚΟΝΟΜΙΑΠως θα γίνεται η διαγραφή χρεών προς τράπεζες, Δημόσιο ή άλλους πιστωτές, αν πτωχεύσει ένα νοικοκυριό

Πως θα γίνεται η διαγραφή χρεών προς τράπεζες, Δημόσιο ή άλλους πιστωτές, αν πτωχεύσει ένα νοικοκυριό

Πλήρη απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του προς τράπεζες, Δημόσιο ή άλλους πιστωτές, 3 χρόνια από την κήρυξη της πτώχευσης με δικαστική απόφαση, προβλέπει το προσχέδιο του νέου Κώδικα Διευθέτησης Οφειλών και Παροχής Δεύτερης Ευκαιρίας, όπως ονομάζεται επίσημα ο νέος πτωχευτικός νόμος που δόθηκε χθες προς διαβούλευση στη δημοσιότητα.

Πρόκειται για τη δεύτερη ευκαιρία που δίνεται στα νοικοκυριά να συνεχίσουν τη ζωή τους απαλλαγμένα από τα χρέη του παρελθόντος, αφού όμως αποδεχθούν να χάσουν το σύνολο της περιουσίας τους, η οποία θα ρευστοποιηθεί με δικαστική απόφαση. Οπως προβλέπει το προσχέδιο νόμου, στην πτωχευτική περιουσία θα ανήκει πλέον και η πρώτη κατοικία του οφειλέτη. Ειδικότερα, για οφειλέτες των οποίων η πτώχευση προκάλεσε την απώλεια της κύριας κατοικίας τους ή πάγιου περιουσιακού τους στοιχείου, η αξία του οποίου ισούνται τουλάχιστον με το 20% του συνολικού τους χρέους (και δεν αποκτήθηκε τους δώδεκα μήνες που προηγήθηκαν της αίτησης πτώχευσης), τότε η απαλλαγή έρχεται στην πρώτη επέτειο της κήρυξης πτώχευσης.

Μίσθωση και επαναγορά

Ο νέος νόμος περιέχει ειδική πρόνοια για τα ευάλωτα νοικοκυριά, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να συνεχίσουν να διαμένουν στην πρώτη τους κατοικία, αφού όμως χάσουν την κυριότητα του ακινήτου τους. Στην περίπτωση αυτή, το ακίνητο θα αγοράζεται από έναν ιδιωτικό φορέα που θα επιλεγεί ύστερα από διαγωνιστική διαδικασία και ο οποίος θα υποχρεούται να το εκμισθώνει στα νοικοκυριά που θεωρούνται ευάλωτα, προκειμένου να αποτραπεί η έξωσή τους από την πρώτη τους κατοικία. Οπως προβλέπει το σχετικό άρθρο, ο οφειλέτης θα έχει το δικαίωμα να διαμένει στο ακίνητο έχοντας μισθώσει το ακίνητό του από τον φορέα για 12 έτη, με δικαίωμα επαναγοράς κατά τη λήξη της μίσθωσης.

Η ανάκτηση γίνεται σε τιμή που προσδιορίζεται μεταξύ άλλων με βάση την αγοραία αξία του ακινήτου κατά τον χρόνο άσκησης του δικαιώματος επαναγοράς, ενώ το μίσθωμα ορίζεται με βάση απόδοση που αντιστοιχεί προς το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο του προηγουμένου κατά περίπτωση μήνα. Προβλέπεται περαιτέρω η επιδότηση ενοικίου των δικαιούχων με βάση τις διατάξεις που ισχύουν για τη χορήγηση στεγαστικού επιδόματος.

Εξωδικαστική ρύθμιση

Το σχέδιο του νέου κώδικα φερεγγυότητας δίνει τη δυνατότητα της εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών με την υποβολή αίτησης σε ηλεκτρονική πλατφόρμα στην Ειδική Γραμματεία Ιδιωτικού Χρέους. Ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών επιδιώκεται να λειτουργήσει ως η πρώτη ευκαιρία αποτροπής της οικονομικής αδυναμίας και υπερχρέωσης μέσω της δυνατότητας για πολυμερή διαπραγμάτευση του οφειλέτη με τους πιστωτές του, δηλαδή τις τράπεζες, το Δημόσιο και τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης. Η αποδοχή αιτήματος του οφειλέτη για τη ρύθμιση μέσω της εξωδικαστικής διαδικασίας εναπόκειται αποκλειστικά στην προαίρεση αποδοχής της πλειοψηφίας των συμμετεχόντων πιστωτών του, με την προϋπόθεση ότι η πλειοψηφία των πιστωτών είναι τράπεζες ή εταιρείες διαχείρισης κόκκινων δανείων, η σύμφωνη γνώμη των οποίων μπορεί να δεσμεύσει και τους λοιπούς πιστωτές του οφειλέτη, μεταξύ των οποίων και το Δημόσιο.

Ασφαλιστική δικλίδα για τη μη καταστρατήγηση του νόμου είναι επίσης η υποχρέωση του οφειλέτη που έχει κάνει αίτηση για πτώχευση να δίνει στην πτωχευτική περιουσία το μέρος του ετήσιου εισοδήματός του που υπερβαίνει τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης.

Σχέδιο πληρωμών

Αυτό σημαίνει ότι για όσο διάστημα διαρκεί η πτώχευση, συντάσσεται σχέδιο περιοδικών πληρωμών και ο οφειλέτης θα πρέπει να καταβάλλει το υπερβάλλον ποσό που διαθέτει π.χ. από την εργασία του, από αυτό που ορίζουν οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης. Οπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει το σχέδιο νόμου, η πρόβλεψη αυτή γίνεται με στόχο να αποφευχθούν φαινόμενα καταστρατήγησης της πτωχευτικής διαδικασίας από πρόσωπα που, ενώ δεν έχουν αξιοσημείωτη κινητή ή ακίνητη περιουσία, έχουν αντίθετα μεγάλα εισοδήματα, με αποτέλεσμα ενώ εμφανίζονται πτωχοί και χωρίς επαρκή περιουσία ώστε να εξοφλήσουν τους πιστωτές τους, να ζουν πλουσιοπάροχα. Τα ετήσια εισοδήματα εξαιρούνται όταν η πτωχευτική περιουσία υπερβαίνει το 10% των χρεών του οφειλέτη, είναι αξίας άνω των 100.000 ευρώ και εφόσον δεν έχει αποκτηθεί στη διάρκεια των 12 μηνών προ της υποβολής της αίτησης πτώχευσης. Στην περίπτωση που οι τρεις αυτές προϋποθέσεις συντρέχουν αθροιστικά, κρίνεται ότι το να συμπεριληφθούν και τα ετήσια εισοδήματα του πτωχού στην πτωχευτική περιουσία είναι εξαιρετικά επαχθές γι’ αυτόν.

Πώς γίνεται η αίτηση υπαγωγής στο ειδικό καθεστώς

Ο νέος Κώδικας Διευθέτησης Οφειλών θέτει ενιαίους κανόνες και διαδικασίες για την πτώχευση των νομικών και των φυσικών προσώπων και όπως προβλέπει το προσχέδιο, δικαίωμα στην πτώχευση έχουν όλα τα νομικά και τα φυσικά πρόσωπα υπό την προϋπόθεση ότι αδυνατούν να καταβάλουν τις ληξιπρόθεσμες οικονομικές τους υποχρεώσεις.

Ο οφειλέτης βρίσκεται σε παύση πληρωμών όταν δεν καταβάλλει ληξιπρόθεσμες οφειλές του προς το Δημόσιο, τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης ή τις τράπεζες σε ύψος τουλάχιστον 40% των συνολικών ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών του για περίοδο τουλάχιστον 6 μηνών, αλλά και όταν η αδυναμία είναι επαπειλούμενη, δηλαδή ακόμη και αν δεν έχει ακόμη επέλθει. Η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από την υποβολή όλων των οικονομικών και περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και της συναίνεσης για άρση του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων και του φορολογικού απορρήτου.

Η πτώχευση κηρύσσεται κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, ενός ή περισσότερων πιστωτών με έννομο συμφέρον, καθώς και κατόπιν αίτησης του εισαγγελέα Πρωτοδικών, εφόσον δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος. Aπό την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη, τα οποία έχουν ασκηθεί προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους. Ειδικά σε ό,τι αφορά τα νομικά πρόσωπα, ο νέος κώδικας προβλέπει δύο εναλλακτικές μορφές πτωχευτικής εκκαθάρισης: την εκκαθάριση των στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας ξεχωριστά ή τη διάθεση του συνόλου του ενεργητικού μιας επιχείρησης.

Βασική καινοτομία του νέου νόμου είναι ο αυξημένος ρόλος των πιστωτών. Συγκεκριμένα, το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί να αφαιρέσει από τον οφειλέτη τη διοίκηση της πτωχευτικής περιουσίας, αν τούτο επιβάλλει το συμφέρον των πιστωτών, και στην περίπτωση αυτή το δικαίωμα διοίκησης περιέρχεται μόνον στον σύνδικο. Ο σύνδικος ορίζεται από το πτωχευτικό δικαστήριο και αποτελεί πρόσωπο που διαθέτει άδεια διαχειριστή αφερεγγυότητας.

Πηγή: Καθημερινή

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΧΟΛΙΑ

Αφήστε ένα σχόλιο

20 − 13 =