αρχικηΟΙΚΟΝΟΜΙΑΜια νέα τάση εξαπλώνεται στην Αθήνα: Πως η Airbnb «μεταμορφώνει» παλιά άδεια κτίρια σε mini ξενοδοχεία

Μια νέα τάση εξαπλώνεται στην Αθήνα: Πως η Airbnb «μεταμορφώνει» παλιά άδεια κτίρια σε mini ξενοδοχεία

Είναι δεομένο ότι το «φαινόμενο Airbnb» έχε κάνει πλέον έντονη την παρουσία του στην Αθήνα. Αν κοιτάξουμε τους αριθμούς και τα στατιστικά στοιχεία θα διαπιστώσουμε ότι μόνο στην ευρύτερη περιοχή του κέντρου τα εκμισθωμένα διαμερίσματα και οι κατοικίες που διατίθενται μέσω Airbnb ξεπερνούν τα 5.000, με το Κουκάκι, την Πλάκα, το Θησείο, το Μοναστηράκι, το Μεταξουργείο, του Ψυρρή, το Γκάζι, τα Εξάρχεια και τον Κεραμεικό να λαμβάνουν τη μερίδα του λέοντος.

Όμως, πέρα απ’ όσα γνωρίζαμε έως σήμερα, η Airbnb διαμορφώνει και μια νέα τάση, μέσα από την αξιοποίηση παλιών, άδειων και ερειπωμένων κτιρίων της πόλης. Εδώ και λίγο καιρό, λοιπόν, αθόρυβα, στο κέντρο της Αθήνας, εγκαταλελειμμένα κτίσματα μετατρέπονται, με τη βοήθεια μεγάλων αρχιτεκτονικών γραφείων, σε mini ξενοδοχεία.

Αναμφίβολα πρόκειται για μια δραστηριότητα που αναμένεται όχι μόνο να επηρεάσει τον χάρτη της κτηματαγοράς αλλά και να οδηγήσει στη δημιουργία νέων αρχιτεκτονικών πρότζεκτ που θα σχετίζονται ευθέως ή έμμεσα με τον ξενοδοχειακό κλάδο. «Υπάρχουν πολλοί ανεκμετάλλευτοι χώροι μέσα στην πόλη, γεγονός που κινητοποιεί τους ιδιοκτήτες τους ώστε να στραφούν σε μια αυτοσχέδια δραστηριοποίηση που σχετίζεται με ένα νέο τουριστικό προϊόν, συνδεδεμένο με την Airbnb» λέει ο αρχιτέκτονας Μέμος Φιλιππίδης, μιλώντας στη LIFO.

Μαζί με τη Μαρίτα Νικολούτσου διατηρούν το αρχιτεκτονικό γραφείο MPLUSM ARCHITECTS και ήδη έχουν αναλάβει μερικά πρότζεκτ για την Airbnb, όπως μια παλιά μεταπολεμική πολυκατοικία με πολλά γραφεία στην οδό Βουλής αλλά και ένα διαμέρισμα στην περιοχή του Ψυρρή. «Από τους αρχιτέκτονες το Airbnb αντιμετωπίζεται θετικά γιατί μας δίνει τη δυνατότητα να ασχοληθούμε με κάτι που θεωρείται άχρηστο και ξεπερασμένο στην πόλη. Περπατάμε και παρατηρούμε τα κτίρια εντός του πολεοδομικού ιστού της Αθήνας και βλέπουμε ένα τεράστιο δυναμικό να παραμένει σε κατάσταση στασιμότητας» λέει ο κ. Φιλιππίδης.

Πάντως, αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι η Αθήνα είναι μια πόλη της οποίας ο βασικός ιστός, σύμφωνα με μελέτη του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, διαθέτει περισσότερα από 1.600 κτίρια εγκαταλελειμμένα. Ενδεικτικά, μόνο 100 από αυτά βρίσκονται γύρω από την περιοχή της Ομόνοιας, 200 στη συνοικία του Μεταξουργείου και περίπου 100 στην περιοχή του Ψυρρή. Ειδικοί στον τομέα του τουρισμού και σύμβουλοι ακινήτων υποστηρίζουν ότι το επενδυτικό ενδιαφέρον της Airbnb, κατόπιν ενός σχετικού κορεσμού σε διαμερίσματα του ευρύτερου κέντρου, θα στραφεί, και εξαιτίας της ανεπαρκούς αξιοποίησής τους από την πολιτεία, στην ανακαίνιση άδειων κτιρίων, μετατρέποντάς τα σε χώρους μικρής κλίμακας και προσφέροντας υπηρεσίες ξενοδοχειακού τύπου με μια μοντέρνα σχεδιαστική αντίληψη.

Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο που ανησυχούν οι ξενοδοχειακοί όμιλοι, φοβούμενοι το ενδεχόμενο της άνισης μεταχείρισης και της επικράτησης αθέμιτου ανταγωνισμού με απρόβλεπτες συνέπειες. Όπως είναι λογικό, η κλειστή ξενοδοχειακή αγορά αναμένεται να επηρεαστεί ραγδαία είτε με την προσαρμογή των τιμολογιακών πολιτικών είτε με την άμεση εμπλοκή των ξενοδόχων που θα δίνουν προτεραιότητα στη δημιουργία boutique hotels. Διότι, προφανώς, θα προκαλέσει ανταγωνισμό η νέα διαδικτυακή γενιά ταξιδιωτών, η οποία θα προτιμήσει ένα διαμέρισμα που κοστίζει ελάχιστα ευρώ και προσφέρει υπέροχη θέα στην Ακρόπολη από ένα αντίστοιχο, αλλά ακριβότερο δωμάτιο ξενοδοχείου.

«Η αξιοποίηση άδειων κτιρίων που θα συνεχίσουν να έχουν ζωή και μετά τις 20:00 είναι ένα στοιχείο που έρχεται να συμβάλει στην αναβάθμιση της πρωτεύουσας, ειδικά στην καθημερινή περιήγηση στο αστικό τοπίο. Ακόμη και σε οικοδομήματα όπου στεγάζονται γραφεία εταιρειών διαπιστώνει κανείς ότι στους δύο τελευταίους ορόφους υπάρχουν διαμερίσματα που μισθώνονται από την Airbnb. Η πόλη δεν είναι μόνο εστιατόρια, μπαρ και καφέ, ούτε μόνο χώροι εργασίας, αλλά και χώροι κατοίκησης από ανθρώπους που θέλουν να αποκτήσουν μια βιωματική σχέση με την Αθήνα. Θέλουν να μαγειρέψουν, να ψωνίσουν και να αγαπήσουν την πόλη όχι μόνο σε επίπεδο ισογείου αλλά σε όλο της το ύψος» προσθέτει ο κ. Φιλιππίδης.

Τέλος, υπάρχουν άλλα δύο νέα δεδομένα που πρέπει να ληφθούν υπόψη. Σε μια πόλη όπου έχει μειωθεί κατά πολύ η ανέγερση κτιρίων, οι ανακαινίσεις έρχονται να αποτελέσουν μια μοναδική κερδοφόρα επένδυση. Παράλληλα, αυτό το νέο φαινόμενο έχει μετατοπίσει τα κριτήρια της αρχιτεκτονικής. Το ενδιαφέρον στρέφεται στη διακόσμηση εσωτερικών χώρων και όχι, όπως συνηθιζόταν, στις προσόψεις των κτιρίων. «Επίσης, παρατηρείται και μια μετάλλαξη στην αρχιτεκτονική κριτική. Η δουλειά μας πλέον αξιολογείται από ένα πολύπλευρο κοινό όλων των εθνικοτήτων με κριτικές στα social media από ανθρώπους που δεν μας γνωρίζουν, δίνοντας ένα τέλος στις μονοπωλιακές κριτικές εντύπων» καταλήγει ο κ. Φιλιππίδης.

Το αναπάντητο ερώτημα που τίθεται, λοιπόν, είναι το εξής: μπορούν τα σημεία αυτά να επηρεάσουν τη φυσιογνωμία του ιστορικού κέντρου, καθιστώντας την Αθήνα πόλο έλξης, ή πρόκειται για μια νέα ανάγκη της αγοράς ακινήτων, που όμως θα μετατρέψει την Αθήνα σ’ ένα απέραντο ξενοδοχείο;

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΧΟΛΙΑ

Αφήστε ένα σχόλιο

seven + 13 =